Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

ΤΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ ΓΕΡΟΝΤΑ Π.ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗ!!!


Αποτέλεσμα εικόνας για Ἐ­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­της

{Συγκεκριμένο σημείο από το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συνέντευξης του Καθηγητή της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. κ. Δημ. Τσελεγγίδη στον Διευθυντή Προγράμματος του Ρ/Σ της Πειραϊκής Εκκλησίας κ. Λυκούργο Μαρκούδη. (24-02-2016)}

π. Ἐ­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­της
«ἄνωθεν ἀποκάλυψη»

Στή συ­νέ­χεια, θά πῶ κά­τι, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει νά κά­νει μέ προ­σω­πι­κή κα­τά­θε­ση.
Συν­δε­ό­μου­να ἐ­πί δε­κα­ε­τί­ες μέ τόν π. Ἐ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη, τοῦ ὁ­ποί­ου τό ἦ­θος καί τό φρό­νη­μα εἶ­ναι ἐ­γνω­σμέ­να.
Εἶ­ναι ἐ­γνω­σμέ­νο, ἐ­πί­σης, ὅ­τι εἶ­χε κι αὐ­τός «πνευ­μα­τι­κή τη­λε­ό­ρα­ση».
Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μέ­να, πολ­λές φο­ρές πή­γαι­να μέ τήν πρό­θε­ση, νά θέ­σω κά­ποι­α ἐ­ρω­τή­μα­τα πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να,
μέ μί­α ἀ­ξι­ο­λο­γι­κή σει­ρά, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τό δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο.

Καί ὅ­ταν πή­γαι­να κον­τά του, χω­ρίς νά τοῦ θέ­σω κἄν τήν ἐ­ρώ­τη­ση, μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε μέ αὐ­τήν τή δι­α­δο­χή τῶν ἐ­ρω­τη­μά­των πού εἶ­χα καί μέ τό λε­ξι­λό­γιό μου. (!)

Τό λέ­ω, ὡς προ­σω­πι­κή πεί­ρα. Δέν ἀ­πο­τε­λεῖ κά­τι και­νο­φα­νές. Αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε καί μέ πολ­λούς ἄλ­λους.
Κά­πο­τε, λοι­πόν, νε­α­ρός τό­τε κα­θη­γη­τής στή Θε­ο­λο­γι­κή, μι­λᾶ­με τώ­ρα πρίν ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια, τοῦ εἶ­πα τό ἑ­ξῆς.
Ἐ­πει­δή καί στή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή, ἰ­δι­αί­τε­ρα τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό κλῖ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ ἀν­θεῖ, εἶ­χα κά­ποι­α ἔν­το­να προ­βλή­μα­τα καί ἐ­ρω­τή­μα­τα, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πα νά ἐκ­προ­σω­πεῖ­ται ἀ­πό σε­βα­στούς, κα­τά τά ἄλ­λα, κα­θη­γη­τές.

Φυ­σι­κά, τό­σο ἡ συ­νεί­δη­σή μου ὅ­σο καί οἱ γνώ­σεις μου ἀν­τι­δροῦ­σαν μέν, ἤ­θε­λα ὅ­μως, πέ­ρα ἀ­πό τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή μου θέ­ση,
νά ἔ­χω καί τήν χα­ρι­σμα­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση, πρᾶγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­κα­να καί σέ πά­ρα πολ­λά ἄλ­λα θέ­μα­τα.

Τόν ρώ­τη­σα, λοι­πόν, ἐ­πί τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου, μή­πως μπο­ρεῖ νά μοῦ πεῖ τί πρᾶγ­μα εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός.
Μοῦ ἀ­πήν­τη­σε ἀ­πε­ρί­φρα­στα καί χω­ρίς καμ­μί­α δυ­σκο­λί­α:

«Αὐ­τήν τήν ἐ­ρώ­τη­ση, παι­δί μου, μοῦ τήν ἔ­χει κά­νει κι ἕ­νας ἀ­κό­μη νω­ρί­τε­ρα ἀ­πό σέ­να.
Ἐ­γώ, ἐ­δω ­πέ­ρα ἐ­πά­νω, βρί­σκο­μαι σα­ράν­τα χρό­νια στά βρά­χια.
Ἔ­χω ξε­χά­σει καί τά ἑλ­λη­νι­κά μου»- ση­μει­ω­τέ­ον τε­λεί­ω­σε σχο­λαρ­χεῖ­ο-«ἀλ­λά μ’ αὐ­τό τό θέ­μα δέν ἔ­χω ἀ­σχο­λη­θεῖ.


Γι’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή ἔ­πρε­πε νά τό ἀ­παν­τή­σω, ἀ­φοῦ δέ­χτη­κα ἐ­ρώ­τη­μα καί δέν εἶ­χα κα­μί­α γνώ­μη πά­νω στό θέ­μα,
πῆ­γα στό κελ­λί μου καί προ­σευ­χή­θη­κα καί ρώ­τη­σα τόν Χρι­στό νά μέ πλη­ρο­φο­ρή­σει τί εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός.
Πῆ­ρα τήν ἀ­πάν­τη­σή του, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι, ὅ­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός ἔ­χει πνεῦ­μα πο­νη­ρί­ας καί κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα».
Καί τόν ρώ­τη­σα, πῶς ἀ­κρι­βῶς πι­στο­ποι­ή­θη­κε αὐ­τό.

Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, πώς «με­τά τήν προ­σευ­χή γέ­μι­σε τό κελ­λί μου ἀ­πό ἀ­φό­ρη­τη δυ­σω­δί­α, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ἔ­φερ­νε ἀ­σφυ­ξί­α στήν ψυ­χή, δέν μπο­ροῦ­σα νά ἀ­να­πνεύ­σω πνευ­μα­τι­κά».

Τόν ρώ­τη­σα, ἄν αὐ­τό ἦ­ταν ἕ­να ἔ­κτα­κτο γε­γο­νός γι’ αὐ­τόν ἤ ἄν ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ Χρι­στός σέ ἀ­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις καί μέ βε­βαί­ω­σε, ὅ­τι «σέ ὅ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις, πού εἶ­ναι μπλεγ­μέ­νες μέ μά­για, μέ ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα, αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση, στήν ὁ­ποί­α μέ εἰ­σά­γει.

Με­ρι­κές φο­ρές ὑ­πάρ­χει καί λε­κτι­κή ἀ­πάν­τη­ση, ἀλ­λά στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αὐ­τή ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση καί ἔ­χω ἀ­πό­λυ­τη τή βε­βαι­ό­τη­τα, ὅ­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός δέν ἔ­χει τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ἀλ­λά τό πνεῦ­μα τό ἀ­κά­θαρ­το».
Αὐ­τό πού λέ­γω αὐ­τή τή στιγ­μή, θά μπο­ροῦ­σε νά πεῖ κα­νείς, ἐν­δε­χο­μέ­νως, ὅ­τι ἔ­χει χα­ρα­κτῆ­ρα ἐν­τυ­πώ­σε­ων.
Σᾶς πλη­ρο­φο­ρῶ, ὅ­τι χά­ρη­κα πά­ρα πο­λύ, ἐ­πει­δή αὐ­τό, πού εἶ­πε σέ μέ­να προ­σω­πι­κά, τό εἶ­δα κα­τα­γραμ­μέ­νο καί ἀ­πό τήν εὐ­λα­βῆ συ­νο­δεί­α του, πού δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ναν τι­μη­τι­κό Τό­μο γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του,
τήν πνευ­μα­τι­κό­τη­τά του καί τά λό­για του.
Πι­στο­ποι­εῖ­ται λοι­πόν καί ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἀλ­λά ἐ­γώ τό δι­ε­σταύ­ρω­σα καί μέ ἄλ­λους ἀ­ξι­ό­πι­στους θε­ο­λό­γους, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­νέ­βη νά τό ἀ­κού­σουν προ­σω­πι­κά.
Δέν τό ἔ­χω πεῖ δη­μο­σί­ᾳ μέ­χρι τώ­ρα, ἀλ­λά τό ἔ­φε­ραν ἔ­τσι τά πράγ­μα­τα, πού μέ ἀ­ναγ­κά­ζουν νά τό πῶ.
Βε­βαί­ως, αὐ­τό ἔ­παι­ξε ἀ­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο στήν στά­ση μου ἀ­πέ­ναν­τι στόν Οἰ­κου­με­νι­σμό.
Ἐ­γώ, βε­βαί­ως, ὡς κα­θη­γη­τής, ὡς ἐ­πι­στή­μων, ὀ­φεί­λω σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση νά τό ἀ­να­κρί­νω τό θέ­μα μέ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά κρι­τή­ρια
καί νά τεκ­μη­ρι­ώ­νω τήν ἄ­πο­ψή μου ἐ­πι­στη­μο­νι­κά καί αὐ­τό κά­νω καί στά μα­θή­μα­τά μου, βῆ­μα πρός βῆ­μα.
Ὅ­μως θε­ω­ρῶ, πώς ἡ κα­τά­θε­ση αὐ­τή εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή, για­τί γί­νε­ται μέ τρό­πο χα­ρι­σμα­τι­κό ἀ­πό ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν γνω­ρί­ζει κά­τι γύ­ρω ἀ­πό αὐ­τό τό πρό­βλη­μα, δέν ἔ­χει δι­α­βά­σει, δέν ἔ­χει ἀ­κού­σει, ἀλ­λά κα­τα­θέ­τει τήν ἄ­με­ση πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α του.
Νο­μί­ζω, ὅ­τι μι­λοῦν ἐ­δῶ τά ἴ­δια τά πράγ­μα­τα.
Σελίδες 45-46


πηγή